- ανιαρός
- -ή, -ό (Α ἀνιαρός, -ά, -όν) [ανία]αυτός που προκαλεί ανίανεοελλ.πληκτικός, μονότονος, δυσάρεστοςαρχ.1. (για πρόσωπα και πράγματα) οδυνηρός, ενοχλητικός, λυπηρός2. (για ζώα) βλαβερός3. παθ. θλιμμένος, καταπονημένος, πικραμένος.
Dictionary of Greek. 2013.